23 Φλεβάρη, χρόνια μετά



Να σαι λοιπόν σε μια χώρα πολύ μακριά απ’ τη χώρα.
Σε λίγο θα δεις ιππότες με πανοπλίες και σελωμένα άλογα να ξεπροβάλλουν πίσω από τις καστανιές.
Δέντρα πολλά.
Και υγρασία.
Κλαδιά γυμνά, απειλούν τα σύννεφά.
Μάταια.
Αλλάζεις πλευρό και σκέφτεσαι ότι ένα τέτοιο πάπλωμα θα σου ήταν βραχνάς εκεί στο Νότο. Εδώ είναι ευλογία. Όπως και το κορίτσι που σου γυρίζει την πλάτη. Την πλάτη, ναι. Πώς θα μπορούσες να αντιμετωπίσεις την αγκαλιά της που γελάει;
Τα βράδια γυρνάς ξεθεωμένος – η ανάγκη για ζωή είναι μια κίνηση απελπισίας.
Τα ρυάκια στο δρόμο μουσκεύουν τα παπούτσια που έλιωσες τις σόλες τους –τα πρώτα σου εδώ, πέταξέ τα επιτέλους!
Ο Πάτρικ φευγάτος, πάει να ζήσει στη Σκωτία.
Το δεύτερο βράδυ στο free jam με τους φοιτητές δεν αρκεί για να σιγάσει το συναίσθημα του ότι η νύχτα πέφτει πάντα νωρίς σε αυτή την πόλη.
Πέφτει όμως
Και βρέχει
When the blues comes calling with its calling card.
Δεν αναρωτιέσαι πια. Τι περιμένεις.
Τι περιμένεις;

Απόγευμα

O ήλιος μπαίνει απ’ το παλιό παράθυρο σκοντάφτοντας πάνω στο γυμνό της κορμί. Ζεσταίνει το σώμα της και σκιάζει την επαφή του με το σεντόνι, αποτυπώνοντας ζωγραφικά την αναπάντεχη λαγνεία του στον ρεαλιστικό καμβά της πραγματικότητας. Γυαλίζει έχοντας μόλις βγει από το μπάνιο, μια καθημερινή απόλαυση που αν και άνεργη μπορεί ακόμη να χαρίζει στον καταθλιπτικό εαυτό της. Η μπανιέρα εξάλλου είναι το αγαπημένο της μέρος για να κλαίει. Εκεί τα δάκρυα μπλέκονται με τις σαπουνάδες και μπορεί πάντα να υπορκιθεί ότι είναι σα να μη συμβαίνει τίποτα. Ότι όλα είναι όπως παλιά. Ότι εκείνος θα έρθει σε λίγο και θα ξαπλώσει δίπλα της, θα της φιλήσει το πόδι, θα συρθεί απαλά στον ώμο της και θα απλώσει τα χέρια του στο στήθος της. Ασυναίσθητα κλείνει τα μάτια και ταξιδεύει στο ακαριαίο παρελθόν. Έξω από αυτή την τρύπα των 30 τετραγωνικών όπου λαθροβιώνουν πλέον, σε πολιτείες και ζούγκλες, αρχαίες και σύγχρονες, τη Ρώμη, το Ούμπουντ, το Μάρσαξκλοκ, το Βερολίνο, μέρη όπου έζησε πριν το παρόν την καταπιέι στην ζεστή κοπριά ενός αδυσώπητου «τώρα». Τώρα, τι;
Σφουγγίζει ακόμη την υγρασία από πάνω της με μια τρυφερή πετσέτα, ο ήλιος συνεχίζει να παίζει κρυφτό ανάμεσα στα πόδια της, τώρα ξετυλίγει σιγά σιγά τις ταινίες για να κάνει αποτρίχωση. Ακουμπάει ένα ποτήρι χυμό στο κομοδίνο και βάζει μουσική να ακούγεται απαλά. Ξαπλώνει αναπαυτικότερα και κοιτάζει ψηλά. Για μια στιγμή τα Θέλω της γλιστρούν πίσω από τις χρησιμοποιημένες κουρτίνες και αποτυπώνονται στο ταβάνι σαν ονειρική ταπετσαρία. Μετά, σχεδόν ραγδαία αρχίζουν να πέφτουν πάνω της με ταχύτητα βροχής. Να ένα πιάνο ηλεκτρικό, η ιστιοπλοϊα, τα μαθήματά της χορού, τα σεμινάρια ντεκουπάζ, να κι ένα μικρό σκυλάκι, το κόκκινο ποδήλατό της, ένας άντρας τρυφερός που θα την γαμάει μόνο όταν και όπως εκείνη θέλει, ένα καινούριο αυτοκίνητο ίσως, ένα ταξίδι στο Μεξικό, γλάστρες με κατιφέδες και μαύρες τουλίπες, μια αρχαία τζιτζιφιά, βουτιές στα γαλάζια νερά ενός ύφαλου...
Ασυναίσθητα σκεπάζει τα μάτια με τα χέρια της. Οι εικόνες όμως συνεχίζουν να είναι εκεί. Ίσως πιο ζωντανές τώρα. Για πόσο ακόμη; Σηκώνεται. Πάει στην κουζίνα, ανοίγει το ψυγείο και πίνει γάλα απ’ το μπουκάλι. Τα ξυπόλητα βήματά της στο μωσαϊκό αφήνουν ίχνη υγρά στη διαδρομή μέχρι την κρεβατοκάμαρα. Σα να μην το περίμενε αυτό που αντικρύζει, στέκεται ξαφνικά μπροστά στο κρεβάτι. Ανάμεσα στα πιάνα και τις τουλίπες, το ποδήλατο και τις θάλασσες του Μεξικού, κάτω από τον απογευματινό ήλιο και τα υγρά σκεπάσματα, βρίσκεται ξαπλωμένος ένας άντρας. Έχει απλώσει μισοκοιμισμένα το χέρι του και την αναζητά εκεί που βρισκόταν πριν. Σκύβει από πάνω του πλησιάζοντας το πρόσωπό της στο δικό του. Μυρίζει τσιγάρο και είναι αξύριστος. Παρατηρεί την ανάσα του, τον ανήσυχο ύπνο του και τα τατουάζ του. Γνωρίζει κάθε σπιθαμή του κορμιού του, τη φωνή του και τα χέρια του που έχουν περιπλανηθεί πάνω της σε μέρη που ήθελε αλλά και σε πτυχές που δεν ήθελε ποτέ. Δε νιώθει όμως καμία έλξη γι’ αυτόν τώρα. Σκέφτεται ότι ίσως θα έπρεπε να του το πει.
Μετακομίζει προσεκτικά το ποδήλατο, το αυτοκίνητο και τα λουλούδια της, το πιάνο της και το σκυλάκι από το κρεβάτι και ελευθερώνει ένα μικρό χώρο για να ξαπλώσει στο πλάι του. Ανασαίνει με ανακούφιση που δεν τον ξύπνησε. Κλείνει τα μάτια και παίρνει το χέρι του στο δικό της. Και τότε ξεσπάει σε κλάματα γιατί δεν ξέρει αν θα τον ήθελε κι αυτόν μαζί με όλα τα άλλα που την ξεβολεύουν εισβάλλοντας από το παράθυρο ή εκεί, πλάι της κι ας μυρίζει τσιγάρο και αλκοόλ, να της κρατάει το χέρι απέναντι σε αυτή τη θύελλα, στο τυφώνα που την παρασέρνει μακριά του και την φορτώνει δυσβάσταχτα με όλο αυτό το βάρος, το απέραντο βάρος των επιθυμιών της.

3 shots

Όταν όλα έχουν χαθεί, μετά βρίσκονται όπου λάχει. Οι στατιστικές έχουν δείξει ότι συνήθως βρίσκονται ανάμεσα σε δυο πόδια. Ανδρικά ή γυναικεία, αδιάφορο. Σημασία έχει ότι γλυστράνε.

Πάρος ήταν. Τώρα μοιάζει με διάδρομο γυμναστηρίου και με φόντο εξωτικής ταπετσαρίας. Στο μέλλον θα ήμαστε όλοι djs και γκαρσόνια.

Και κάποιοι και τα δυο συγχρόνως, παίρνοντας μάλιστα τα ίδια λεφτά.

Οι εκ γενετής κουφοί, έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντί μου: δεν ακούν τις μαλακίες που αναγκάζομαι να ακούω εγώ. Δεν τους λυπάμαι καθόλου – τον εαυτό μου οικτίρω και προσπαθώ να ρεφάρω με τις συνέπειες που φέρνει ο χρόνιος αυνανισμός. Μόνο που πολύ φοβάμαι ότι πρόκειται για μύθο.

Πακέτο

Δυο τσιγάρα. Ένα για το τηλεφώνημά μας κι ένα για την ώρα που θα ξυρίζομαι.

Ένα για την ώρα που θα ανεβαίνω στο μηχανάκι κι ένα όσο θα είμαι σταματημένος στο φανάρι. Άρα τέσσερα.

Ένα για όσο θα την περιμένω κι ένα που θα ανάψει εκείνη από την κάφτρα μου γιατί φυσάει. Άρα έξι.

Ένα για τον καφέ μου κι ένα για το τσάι με μέλι της. Άρα οκτώ.

Ένα για να μου ανάψει με τον αναπτήρα της κι ένα για να της ανάψω εγώ με τον δικό μου και να γελάσουμε. Άρα δέκα.

Ένα όταν κοντοσταθώ στην πόρτα να βρω τα κλειδιά κι ένα μόλις βάλω τα ποτά μας. Άρα δώδεκα.

Ένα μόλις βγω απ’ το μπάνιο κι ένα μόλις βγει εκείνη. Άρα δεκατέσσερα.

Ένα μόλις δακρύσει σε κάποια σκηνή της ταινίας που βλέπουμε κι ένα εγώ για συμπαράσταση. Άρα δεκάξι.

Ένα όσην ώρα θα με γλύφει κι ένα διακόπτωντας το σεξ, για να το κάνουμε να διαρκέσει περισσότερο. Άρα δεκαοκτώ.

Ένα μετά τον έρωτα κι ένα με την τελευταία γουλιά του λικέρ της. Άρα είκοσι.

Ένα πριν κι ένα μετά την ώρα των μεγάλων αποφάσεων.
Πακέτο.
Καπνίζω περισσότερο από κάθε γυναίκα που ξέρω.

Το κορίτσι που φέρνει τα blues στην πόλη

Tα μάτια μου δακρύζουν απ’ τον καπνό του τσιγάρου της. Εδώ και ώρα κάθεται αμίλητη απέναντι και καπνίζει σα να μου στέλνει σήματα καπνού, φυσώντας προς το μέρος μου: «κοίτα πως με κατάντησε η αγάπη».
Κοιτάω.
Δεν μιλάω ούτε εγώ. Τα δαχτυλίδια του καπνού της είναι γαλάζια σαν τις νότες μου απόψε. Τσεκάρω το tracklist, νεύω στον Νικ. Όχι αυτό, ας ξεκινήσουμε με το άλλο, εκείνο που ρωτάει «αν θα μας σώσει η αγάπη». Με το τρία. Blue funk is gonna get you, babe.
Τσγκ / τσγκ / τσγκ / τσγκ / τσγκ. Αν αυτός είναι ο ήχος της κιθάρας στα ‘00s, θέλω να με διακτινίσεις στο μέλλον, του ψιθυρίζω στ’ αυτί όσο ρολλάρει το intro. Γελάει. Το ίδιο και το κορίτσι με τον γαλάζιο καπνό στο τσιγάρο.
Γιατί;
Δεν έχει γιατί.
Λικνίζεται στο ρυθμό και κρύβει το άγριο δάκρυ της και το λαμπερό της χαμόγελο πίσω από τον καπνό. Πρέπει να της μιλήσω – πάω στοίχημα ότι σκεφτόμαστε το ίδιο πράγμα ο ένας για τον άλλον. Δεν συμβαίνει συχνά αυτό στους ανθρώπους.
Στο διάλειμμα, ίσως. Κι αν είναι μόνη… Ειδικά τότε.
Roll another number.
Kι άλλο ένα. Πρέπει να είναι το τρίτο Morgan που πίνω.
«Kούλαρε λίγο», μου λέει ο Ντης κάπου στο μισάωρο. «Αν το πας έτσι, δεν θα βγάλεις το βράδυ…»
«…όρθιος», προσθέτω εγώ.
«Τιιι;»
«Όρθιος», επαναλαμβάνω. «Δεν θα βγάλω το βράδυ όρθιος. Αλλά μην ανησυχείς, ούτως ή άλλως δεν είχα σκοπό να το κάνω».
Χορεύει και χαμογελάει - πάω στοίχημα ότι με κοιτάζει μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρά της. Χαϊδεύω από πάνω τις χορδές με την παλάμη και σταματάω να παίζω. Χορεύω κι εγώ. Όλα χορεύουν.
Θα φταίει το αλκοόλ.
Η πιο συνηθισμένη φράση στις ταινίες ίσως δεν ήταν τόσο πολυχρησιμοποιημένη αν δεν την είχαμε πει όλοι μας, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας:
«Που βρίσκομαι;»
Κάποιος ξυπνάει σε ένα άγνωστο μέρος. Και συνήθως αντικρίζει κάποιο άγνωστο πρόσωπο.
«Εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεσαι απ’ την πρώτη στιγμή», λέει το πρόσωπο που συναντάει το βλέμμα μου. Είναι ένα κορίτσι γύρω στα 26, με ένα σβηστό τσιγάρο στο στόμα. Έχω αβάσταχτο πονοκέφαλο. Και το μόνο που βρίσκω το κουράγιο να ξαναρωτήσω είναι «που βρίσκομαι». Kαι δεν ξέρω ούτε πως τη λένε.
«Μαρία».
«…»
«Και μην με ξαναρωτήσεις ‘που βρίσκεσαι’. Η ζωή δεν είναι σινεμά, μωρό μου».
Πάλι γελάει.
Αφήνω το κεφάλι μου να πέσει προς τα κάτω, και χαμογελάω με κλειστά μάτια.
Αισθάνομαι το φιλί της στα χείλη μου.
«Έχει ζεστό νερό αν θες να κάνεις μπάνιο», μουρμουρίζει.
Σηκώνομαι βαριεστημένα, σκουντουφλώντας σε μια στίβα cd.
«Ποια είσαι τελικά;» ρωτάω νυσταγμένα.
«Είμαι αυτή που φέρνει τα blues στην πόλη. Κι εσύ;»
«Αυτός που του έρχονται στο κεφάλι».